Σαλμακίς

Σαλμακίς K
Grammatical information: f.
Meaning: a region near Halicarnassos (SIG 46, 24), end name of a fountain (Str.).
Derivatives: Σαλμακίδες (ἑταῖραι) (Suid.) `effeminate men' (AP 7, 222, 2).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Unknown.

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Σαλμακίς — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαλμακίς — ίδος, ἡ, Α περιοχή στην Αλικαρνασσό, όπου υπήρχε μια πηγή για την οποία λεγόταν ότι προκαλούσε σεξουαλικές ανωμαλίες σε όποιον έπινε νερό από αυτήν …   Dictionary of Greek

  • САЛМАКИДА —    • Σαλμακίς,        1. см. Halicarnassus, Галикарнас;        2. Hermahhroditus (Έρμαφρόδιτος), Гермафродит …   Реальный словарь классических древностей

  • Σαλμακίδα — Σαλμακίς fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαλμακίδων — Σαλμακίς fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Salmacis — Salmakis Hermaphroditos; Kupferstich von Johann Wilhelm Baur als Buchillustration einer Ovid Edition von 1703 …   Deutsch Wikipedia

  • Salmakis — Hermaphroditos; Kupferstich von Johann Wilhelm Baur als Buchillustration einer Ovid Edition von 1703 …   Deutsch Wikipedia

  • σαλμακίδες — αἱ, Α [Σαλμακίς, ίδος] εταίρες ή εκθηλυμμένοι άντρες …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.